Δημοσιευθέν : 30/7/2009 και ώρα 14:14
They fuck you up, your mum and dad.
They may not mean to, but they do.
They fill you with the faults they had
And add some extra, just for you.
But they were fucked up in their turn
By fools in old-style hats and coats,
Who half the time were soppy-stern
And half at one another’s throats.
Man hands on misery to man.
It deepens like a coastal shelf.
Get out as early as you can,
And don’t have any kids yourself.
Philip larkin
1971 – High Windows
*Καιρό “ψηνόμουν” να δημοσιεύσω αυτό το
πολυεπίπεδο, περιεκτικότατο και πανέμορφα αιχμηρό ποιηματάκι του Larkin
– νομίζω ότι ήρθε η ώρα…
Δημοσιευθέν : 14/5/2009 και ώρα 03:24
Πάει καιρός που στο μάταιο κεφάλι μου γκριζάρουν
Τα μαλλιά της νιότης που έχασα.
Τα μάτια μου λάμπουν λιγότερο,
Το στόμα μου για φιλιά δικαίωμα δεν έχει.
Αν μ’ αγαπάς ακόμα, από αγάπη μη μ’ αγαπάς.
Θα με προδώσεις μ’ εμένα.
Ricardo Reis (Fernando Pessoa)
Δημοσιευθέν : 10/5/2009 και ώρα 01:41
{* ο τίτλος στο πρωτότυπο είναι στα γαλλικά –
μτφρ : “Εκεί κάτω, δεν ξέρω πού…”}
Μένω μόνος, σκεπτόμενος να φύγω,
Μένω και έχω δίκιο, μένω και πεθαίνω λιγότερο…
Πηγαίνω προς το μέλλον, όπως σε μια δύσκολη εξέταση.
Και αν το τρένο ποτέ δε φτάσει, κι έχει ο Θεός έλεος για μένα;
Με βλέπω κιόλας στο σταθμό -
Μέχρις εδώ, απλός μεταφορικός λόγος.
Είμαι ένα πρόσωπο απόλυτα ευπαρουσίαστο.
Φαίνεται – λένε – πως έχω σπουδάσει στα ξένα.
Οι τρόποι μου, και βέβαια είναι ανθρώπου μορφωμένου.
Παίρνω τη βαλίτσα, σπρώχνοντας τον νεαρό,
Όπως ένας διεστραμμένος ελεεινός.
Και το χέρι με το οποίο κρατώ τη βαλίτσα τρέμει
Και με κάνει να τρέμω κι εγώ.
Να φύγω!
Ποτέ δε θα γυρίσω,
Ποτέ δε θ αγυρίσω γιατί ποτέ δε γύρισε κανείς.
Ο τόπος όπου κάποιος γυρίζει είναι πάντα άλλος.
Ο σταθμός όπου κάποιος επιστρέφει είναι άλλος.
Και δεν υπάρχουν οι ίδιοι άνθρωποι, ούτε το ίδιο φως,
Ούτε η ίδια φιλοσοφία.
Να φύγω! Θέε μου, να φύγω! Φοβάμαι να φύγω!…
Δημοσιευθέν : 7/5/2009 και ώρα 16:11
Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα,
Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό…
Δεν είχε καθόλου αλλάξει.
Αυτό είναι το πλεονέκτημα
Του να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.
Είμαστε πάντα παιδιά,
Το παρελθόν, που ήταν το παιδί αυτό.
Έβαλα τη μάσκα, την ξανάβγαλα πάλι.
Είναι καλύτερα έτσι
Έτσι, χωρίς τη μάσκα·
Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,
Όπως στης γραμμής το τέλος.
Δημοσιευθέν : 8/4/2009 και ώρα 06:29
Περίπου 7 χρόνια πριν τον θάνατό του από κίρρωση του ήπατος, ο Πεσσόα γράφει στις 15-01-1928 ένα από τα πλέον συγκλονιστικά, ευαίσθητα, τραγικά, αυτοψυχαναλυτικά, περιεκτικά (κλπ, κλπ, κλπ) ποιήματα(?) που έχουν ποτέ γραφεί.
Πάνω από το διπλάσιο του ίδιου χρόνου σε ώρες, χρειάστηκε ο γράφων για να μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα τον ασύλληπτο (και σε δυσκολία) τρόπο γραφής και σκέψης του Πορτογάλου, δαμάζοντας τον ατίθασα ελεύθερο και παιγνιώδη στίχο του, με συνεχείς (χριστέ μου! lol) αναφορές στο πρωτότυπο πορτογαλικό κείμενο καθώς και σε ποικίλλες άλλες μεταφράσεις (πλην της ελληνικής, που στο ακέραιο, αν δεν κάνω λάθος, ακόμα εκλείπει – αλλά και να υπάρχει, ποιός κάθεται να ταλαιπωρείται με πνευματικά δικαιώματα, ε?) τόσο ώστε το τελικό αποτελέσμα να προσεγγίζει όσο είναι δυνατόν το πρωτότυπο.
Não sou nada.
Nunca serei nada.
Não posso querer ser nada.
À parte isso, tenho em mim todos os sonhos do mundo.
Ελπίζω να άξιζε τον κόπο η προσπάθεια.
Δημοσιευθέν : 31/3/2009 και ώρα 21:33
Οι θεοί είναι ευτυχείς.
Ζουν την ήρεμη ζωή των ριζών.
Η μοίρα τις επιθυμίες τους δεν τις καταπιέζει
Ή, τις καταπιέζει, αλλά τις εξαγοράζει
Με την αθάνατη ζωή.
Οι θεοί δεν θλίβονται
Εξαιτίας ίσκιων ή άλλων όντων.
Και κάτι επιπλέον : δεν υπάρχουν.
Fernando Pessoa (Ορθώνυμο)
Δημοσιευθέν : 17/1/2009 και ώρα 07:56
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
Δημοσιευθέν : 8/7/2008 και ώρα 18:35
Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.
Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Δημοσιευθέν : 6/4/2008 και ώρα 03:58
-Εσύ δεν θα πεθάνεις .
-Mάζεψε τη φωτιά.
-Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
-Όχι. Κοίταξε μην καείς.
-Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
-Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
-Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
-Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από το δόντι.
Σύρε να παίξεις.
-Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
-Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
-Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
-Θα ‘σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
-Πόσο μεγάλος θα ‘μαι;
-Άντρας. Θα ‘χεις γυναίκα και παιδιά.
Μπορεί κι αγγόνια.
-Κι εσύ πως θα ‘σαι τότε;
-Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
-Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
Εσύ δεν θα ‘σαι έτσι. Και ούτε θα πεθάνεις.
Θα πεθάνεις;
-Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα .
-Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
-Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
-Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;
Σ’ ακούω. Ψεύτη.
Ούτε αυτά που μου ‘ταξες παιδί δεν κράτησες.
Δημοσιευθέν : 29/3/2008 και ώρα 11:20
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
Βλέπουν τον καθρέπτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
“όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.
Κ. Καρυωτάκης (1896-1928)